- ομάιον
- ὁμάϊον, τὸ (ΑΜ)το σύνολο τών ακροατών, τών μαθητών τού Πυθαγόρα.[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + ἄιον «επιθανάτια εκπνοή» (< αἴω* [II] «εκπνέω, πεθαίνω»). Οι Σχολαστικοί χρησιμοποίησαν τον τ. με τη σημ. «σύνολο ακροατών» σε μια προσπάθεια να συσχετίσουν το ρ. αἴω (Ι) «ακούω, αντιλαμβάνομαι» με το αἴω (ΙΙ), που διαφέρουν σημασιολογικά, μολονότι μορφολογικά ανάγονται σε παρόμοια αλλά διαφορετική ρίζα (βλ. λ. αίω [Ι])].
Dictionary of Greek. 2013.